Ο δικηγόρος

Αρχές Σεπτεμβρίου 2002. Τρίτο παιχνίδι της «Καλλιθέας» στην Α’ Εθνική. Μεσοβδόμαδα ο δικηγόρος τρελαίνεται:
– Πάμε Τούμπα.
– Τι να κάνουμε ρε στην Τούμπα;
– Πάμε, έχω προαίσθημα.
Σπάνια ο δικηγόρος έχει καλό προαίσθημα. Συνήθως έχει κακό. Επειδή όμως αυτό το κακό προαίσθημά του μας έχει στερήσει ωραίες εκδρομές κι ανεπανάληπτα διπλά, τον ακούω τώρα με επιφύλαξη.

Ο δικηγόρος είναι παράξενη ιστορία. Από πιτσιρικάς κατοικούσε στην Καλλιθέα, αλλά γυμνάσιο δεν πήγε μαζί μας. Πήγε στην Ευαγγελική Νέας Σμύρνης. Τότε (δεκαετία 1960) σε ολόκληρη την Καλλιθέα υπήρχε ένα εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων, που συστεγαζόταν με το 6ο Δημοτικό Σχολείο. Ηρακλέους και Ατθίδων. Στο Γυμνάσιο αυτό πηγαίναμε όλα τα παιδιά της πόλης, από τα Παλαιά Σφαγεία μέχρι τις Τζιτζιφιές. Έρχονταν και παιδιά από γειτονικές περιοχές: Κουκάκι, Άνω Πετράλωνα, Ταύρο.

Το Γυμνάσιο Αρρένων Καλλιθέας, εκείνη τουλάχιστον την εποχή, ήταν πραγματικό θηριοτροφείο. Αρκετοί λοιπόν γονείς προτιμούσαν να γράψουν τα παιδιά τους με πλαστές διευθύνσεις κατοικίας σε γειτονικά δημόσια γυμνάσια, όπως η Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης ή το 1ο Γυμνάσιο Αθηνών (Πλάκας). Μας την είχαν σπάσει: “Σε ποιό Γυμνάσιο γράψατε τον Γιαννάκη;” “Στην Ευαγγελική Σχολή Νέας Σμύρνης. Εσείς τον Κωστάκη;” “Στο Πρότυπο της Πλάκας”. Δώσαμε λοιπόν κι εμείς στο Γυμνάσιο Αρρένων Καλλιθέας χιουμοριστικούς τίτλους τιμής, όπως «Πρωτότυπο Γυμνάσιο Καλλιθέας», «Kallithea College» κλπ.

Ξαναγυρνώντας στον δικηγόρο, επειδή αυτός πήγαινε γυμνάσιο στη Νέα Σμύρνη, στην Ευαγγελική, στα πρώτα γυμνασιακά χρόνια δεν είχαμε παρτίδες. Καλά-καλά δεν τον ξέραμε. Εμείς του «Kallithea College» αυτής της εποχής δυό αγάπες είχαμε: Την «Καλλιθέα», που έγινε μετά τη συγχώνευση του 1966 η ποδοσφαιρική ομάδα της πόλης μας και τον «Έσπερο», του οποίου όλοι σχεδόν οι μαθητές του Γυμνασίου Καλλιθέας αυτής της περιόδου υπήρξαμε αθλητές ή οπαδοί.

Γύρω στο 1969 ο μετέπειτα δικηγόρος έγινε ευρύτερα γνωστός στις εξέδρες των γηπέδων, στα οποία αγωνιζόταν η «Καλλιθέα» τα πρώτα χρόνια της ιστορίας της στην Α’ κατηγορία ΕΠΣΑ. Οι λόγοι ήσαν δύο:

Στην αρχή ήταν η ουρανομήκης ιαχή «έμπαινε Πράττι», κάθε φορά που ο Γιάννης Μάρκου, το αριστερό εξτρέμ – κατοστάρης της Καλλιθέας, ξεκινούσε τις κούρσες του πάνω στη γραμμή του πλαγίου άουτ, μοιάζοντας με το κορυφαίο αριστερό εξτρέμ της εποχής, τον Πράττι της Μίλαν.

Δεύτερος λόγος υπήρξε το απόλυτο θράσος του τότε μαθητή γυμνασίου και αργότερα δικηγόρου να υποδείξει το 1969 οκτώ ποδοσφαιριστές της Καλλιθέας για την ενδεκάδα της Εθνικής Ελλάδος. Στην εβδομαδιαία τότε αθλητική εφημερίδα «Ομάδα» του συγκροτήματος Λαμπράκη, που κυκλοφορούσε κάθε Τρίτη, υπήρχε στήλη με τίτλο «Οι αναγνώστες προτείνουν τη σύνθεση της Εθνικής Ελλάδος». Κάθε βδομάδα πεντέξι αναγνώστες έστελναν τις προτάσεις τους. Άλλος ήθελε σέντερ-μπακ τον Ζαντέρογλου του Ολυμπιακού, άλλος τον Μπαλόπουλο της ΑΕΚ. Άλλος πρότεινε δεξί εξτρέμ τον Παρίδη του ΠΑΟΚ, άλλος τον Χατζηιωάννογλου του Εθνικού. Ουσιαστικά οι αναγνώστες πρότειναν έντεκα, διαλέγοντας ανάμεσα στους εικοσιπέντε-τριάντα κορυφαίους έλληνες ποδοσφαιριστές της εποχής.

Αγοράζοντας την «Ομάδα» μια Τρίτη, πέσανε τα μαλιά μας: «Ο αναγνώστης μας τάδε (ο μετέπειτα δικηγόρος) προτείνει την παρακάτω ενδεκάδα για την Εθνική Ελλάδος: Κυριαζής (Καλλιθέας), Νούσης (Καλλιθέας), Ντούλας (Καλλιθέας), Παυλάτος (Καλλιθέας). Κερκύρας (Καλλιθέας), Δομάζος (ΠΑΟ), Κούδας (ΠΑΟΚ), Αρίστου (Καλλιθέας), Δορκοφίκης (Καλλιθέας), Σιδέρης (Ολυμπιακού), Μάρκου (Καλλιθέας)».

Ο μετέπειτα δικηγόρος την πλάκα του μάλλον έκανε. Βέβαια η πλάκα είναι, ότι η πλάκα του δικηγόρου δεν ήταν και εντελώς πλάκα, ιδιαίτερα για όσους έζησαν τις μαγικές ποδοσφαιρικές στιγμές που πρόσφερε η «Καλλιθέα» την τριετία 1969-1971. Πιο πρόσφατα (2002-2005) ο δικηγόρος είχε και πάλι αντίστοιχες απόψεις: «Ρε σεις, είναι δυνατόν να μην παίζει ο Γκέκας της Καλλιθέας στην Εθνική Ελλάδας;» Το ερώτημα αυτό θεωρείται σήμερα απολύτως εύλογο. Τότε όμως, πριν δυο-τρία χρόνια, πολλοί χαμογελούσαν…

Από τότε λοιπόν, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο μαθητής γυμνασίου και αργότερα δικηγόρος απέκτησε έντονη συναισθηματική σχέση με την «Καλλιθέα», την οποία σχέση ποτέ δεν αφήνει να ρουτινιάσει και να φθαρεί. Όποτε «τρελαίνεται» με τον πρόεδρο, τον προπονητή, τους ποδοσφαιριστές ή τη διαιτησία, ο δικηγόρος «διακόπτει» τη σχέση για δυο-τρεις μήνες και επανέρχεται δριμύτερος. Πάντοτε επανέρχεται. Προανάκρουσμα της επικείμενης προσωρινής διακοπής της σχέσης του δικηγόρου με την “Καλλιθέα” είναι η αποστολή αλλεπαλλήλων επιστολών προς δημoσίευση, στην ίδια πάντα αθλητική εφημερίδα. Το αντικείμενο των επιστολών επαναλαμβάνεται μονοτόνως: “Η Καλλιθέα δεν πάει καλά. Γιατί δεν πάει καλά η Καλλιθέα;” Το περιεχόμενό τους όμως ανταποκρίνεται στα προβλήματα της εκάστοτε συγκυρίας.

Σουξέ του δικηγόρου είναι οι αγώνες της «Καλλιθέας» στην επαρχία. Συχνά πηγαίνουμε μαζί, η γνωστή τριάδα ή τετράδα. Κάποιες φορές πήγαμε οι δυό μας. Υπάρχουν όμως και φορές, που ξεκινάει και πηγαίνει μόνος του, χωρίς να πει τίποτε σε κανένα.

Ένα φθινοπωρινό Σαββατόβραδο του 2000 γλεντούσαμε με παρέα. Τον έφερα μέχρι το σπίτι του στο Ψυχικό στις τρεις τη νύχτα και πήγα για ύπνο. Την άλλη μέρα η «Καλλιθέα» έπαιζε στις Σέρρες. Καθένας έχει τα χούγια του. Εγώ, όταν δεν πηγαίνω στο γήπεδο, ποτέ δεν ανοίγω ραδιόφωνο πριν το 80’. Έτσι κι εκείνη την Κυριακή, τότε το άνοιξα, στο ογδονταφεύγα. Ο εκφωνητής λέει «συνδεόμαστε με τις Σέρρες, όπου σημειώθηκε τέρμα» κι ακούω ότι ισοφαρίσαμε 1-1. Παίρνω τον δικηγόρο τηλέφωνο στο κινητό, μπας και κοιμάται ακόμα ύστερα από το χτεσινό ξενύχτι και δεν πήρε χαμπάρι ότι τσιμπήσαμε το βαθμουλάκι.
– Δικηγόρε, ισοφαρίσαμε.
– Το βλέπω. Μέσα είμαι.
– Που είσαι ρε;
– Στις Σέρρες.
– Πότε ξεκίνησες να πας;
– Στις τρεις τη νύχτα. Όταν με άφησες σπίτι.

Μια άλλη φορά τον παίρνω τηλέφωνο Κυριακή πρωί:
– Δικηγόρε, το μεσημέρι έλα σπίτι να φάμε και φέρε μου και την τάδε εφημερίδα γιατί δεν τη βρήκα στα περίπτερα.
– Θα στη φερω αύριο. Τώρα δεν μπορώ.
– Που είσαι;
– Πάνω στη βέσπα. Βγήκα απ’ το πλοίο στο Ηράκλειο και πάω Άγιο Νικόλα.
Η Καλλιθέα έπαιζε στον Άγιο Νικόλαο Λασηθίου!

Όταν λοιπόν ο δικηγόρος, που πήγε-ήρθε μόνος του στις Σέρρες, που πήγε-ήρθε μόνος του Λασήθι, σου λέει «θέλω Τούμπα», εσύ τι του λες;
– Πάμε.
– Ναι, αλλά θέλω εκδρομή.
– Δηλαδη;
– Χαλκιδική από Παρασκευή. Δεν έχω πάει ποτέ.

Ο μεγάλος γιος μου σπούδαζε τότε στη Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα μου είχε ανέβει κι αυτή για δουλειές.
– Θα πάρουμε και τη γυναίκα στη Χαλκιδική;
– Βέβαια. Γιατί όχι;

Ξεκινάμε Παρασκευή στις επτά το πρωί. Η μέρα του παιχνιδιού έχει αλλάξει. Παίζουμε Σάββατο απόγευμα. Κατά τις δώδεκα το μεσημέρι φτάνουμε στη Θεσσαλονίκη. Παίρνουμε τη γυναίκα από το σπίτι του γιού και πάμε Χαλκιδική. Αράζουμε στο Παλιούρι. Αυτή κολυμπάει κι εμείς τραβάμε σφηνάκια. Κοιμόμαστε στην Καλλιθέα (που αλλού;). Το Σάββατο, πρωινό μπάνιο και πίσω προς τη Θεσσαλονίκη. Στη διασταύρωση των Ταγαράδων στρίβω αριστερά και κατεβαίνω Περαία, Αγιατριάδα, Μπαξετσιφλίκι. Η γυναίκα μπερδεύεται:
– Που πας από δω; Η Θεσσαλονίκη είναι απ’ την άλλη μεριά.
– Το ξέρω. Αλλά χωρίς καλό φαγητό ο δικηγόρος δεν μπορεί να αποδώσει. Πώς θα πάρει αποτέλεσμα;

Φτάνουμε στην ιχθυόσκαλα της Μηχανιώνας. Ψαροφαγία. Η γυναίκα κάνει και τα ψώνια της εβδομάδας. Τα συσκευάζουν με πάγο σε κουτιά από φελιζόλ. Γυρνάμε Θεσσαλονίκη. Αφήνουμε αυτήν και το αυτοκίνητο στο ΙΚΕΑ, να κοιτάξει για κάτι μικροέπιπλα για το διαμέρισμα του γιου, δίνουμε ραντεβού στις εννιά το βράδι στο σπίτι και παίρνουμε το λεωφορείο για Τούμπα.

Ο σταθμάρχης του ΙΚΕΑ μας είχε δώσει οδηγίες. Κάπου στην 25ης Μαρτίου θα χρειαζόταν ν’ αλλάξουμε λεωφορείο. Ή δεν καταλάβαμε καλά ή δεν μας τα’ χε πει καλά. Μέχρι να βρούμε τη στάση για Τούμπα, περπατήσαμε τρία-τέσσερα τετράγωνα. Ο δικηγόρος αρχίζει τα μπινελίκια. «Γούρι», σκέφτομαι. Μπαίνουμε στο δεύτερο λεωφορείο. Ο δικηγόρος είναι σε υπερδιέγερση. Βρίζει που δεν πήραμε ταξί και τον σέρνω μεσημεριάτικα στα λεωφορεία. «Δεν μου λες», του λέω, «μια και θα’ μαστε μόνο οι δυό μας στο γήπεδο απ’ όλη την Καλλιθέα, δεν παίρνεις τηλέφωνο να βρούμε καμιά πρόσκληση;». Παίρνει τηλέφωνο. «Είπανε να πάμε στη θύρα 1 και να δώσουμε τα ονόματα τάδε και τάδε».

Άμαθος από Τούμπα και θεσσαλονικιώτικα λεωφορεία κατεβάζω τον δικηγόρο στην προηγούμενη από το γήπεδο στάση. Ξαναρχίζει τα μπινελίκια. «Γούρι», σκέφτομαι πάλι. Φτάνουμε στη θύρα 1, παίρνουμε τις προσκλήσεις και μπαίνουμε στο γήπεδο. Παραπέντε. Οι προσκλήσεις γράφουν αριθμό θέσης αλλά εκεί, στων επισήμων και διαρκείας, η εξέδρα είναι ψιλοάδεια. Διαλέγουμε στην τύχη δυο καθίσματα και καθόμαστε.

Οι ομάδες βγαίνουν στο γήπεδο και χαιρετάνε τους φιλάθλους. Πρώτη η Καλλιθέα. «Ου ου ου ου ου ου ου» απαντάνε οι Παοκτσήδες. Ο δικηγόρος θέλει να φάει τις κάλτσες του. Απ’ τη μια δεν χειροκροτάμε, σφηνωμένοι στον πυρήνα του «εχθρού» κι απ’ την άλλη δεν καταλαβαίνουμε το μακρόσυρτο «ου ου». Πρώτη χρονιά μας στην Α’ Εθνική, πρώτο παιχνίδι μας με τον ΠΑΟΚ (για την ακρίβεια δεύτερο, είχαμε παίξει και κύπελο το 1970 στου Καραϊσκάκη). Γιατί λοιπόν «ου ου»;

Τρίτο λεπτό. Κακή συνεννόηση σέντερ-μπακ και τερματοφύλακα. Ο Φάνης γράφει το 0-1. Κοιταζόμαστε με τον δικηγόρο. Λες; Στο μεταξύ οι Παοκτσήδες με τα διαρκείας συνεχίζουν να έρχονται. Σε κάποιων τις θέσεις καθόμαστε εμείς. Μας κοιτάνε. Δεν μας ξέρουν. Δεν μιλάμε. Άδεια καθίσματα υπάρχουν. Κάθονται δίπλα μας. Λίγο πριν το τέλος του ημιχρόνου ο διαιτητής δίνει ένα πέναλτι-μαϊμού και ο ΠΑΟΚ ισοφαρίζει. Η ένταση γύρω μας εκτονώνεται.

Ξεκινάει το β’ ημίχρονο. Ο ΠΑΟΚ δεν παίζει καλά. Ο δικηγόρος ζεσταίνεται. Βγάζει το μπουφάν του και το ακουμπάει στο άδειο κάθισμα δίπλα του. Γύρω στο 60’ ο Τάτσης πιάνει μια βολίδα από σαράντα μέτρα και στέλνει τη μπάλα στο γάμμα. 1-2!

Ένας Παοκτσής, προληπτικός όσο κι εμείς, ορμάει στο μπουφάν του δικηγόρου. «Αυτή η θέση είναι δική μου», του λέει. Κάθεται και του δίνει το μπουφάν αγκαλιά. Φτάνουμε στο 80’. Στο 85’. Στο 87’. Το 1-2 παραμένει. Οι Παοκτσήδες κοιτάνε μια το γήπεδο και μια εμάς. Περιμένουν μια μαλακία, ένα χαμόγελό μας, ένα σχόλιο. Ο δικηγόρος εκτός έδρας είναι σφίγγα, τον έχω καρατσεκάρει. Εμένα φοβάμαι, μην ανοίξω κουβέντα και γίνει μπάχαλο.

Σηκώνομαι. Κατεβαίνω τα σκαλοπάτια. Βγαίνω από το γήπεδο. Από τη θύρα 1. Στο 87’. Ακούω κάτι σαν οχλαγωγία, αλλά δεν μοιάζει με γκολ ισοφάρισης. Περνάνε άλλα δυό λεπτά. Ακούω «γκολ», αλλά ψόφια. Τι γκολ είναι αυτό στο 90’ που δεν πανηγυρίζεται; Με τρώει ο κώλος μου να ξαναμπώ στο γήπεδο, αλλά φοβάμαι μη χαλάσω τα γούρια. Οι Παοκτσήδες αρχίζουν να κατεβαίνουν τα σκαλιά. Δεν έχουν φάτσες νικητών. Δεν έχουν καν τις φάτσες ανθρώπων, που ισοφάρισαν στο 90’. Φως-φανάρι, έχουν χάσει. Ποιόν να ρωτήσω; Θυμάμαι ότι πριν μερικά χρόνια, που είχαν χάσει πάλι, ρώτησε ένας περαστικός “Παιδιά, πόσο ήρθε ο ΠΑΟΚ;” Θεός σχωρέστον…

Επιτέλους! Ο δικηγόρος ανέκφραστος κατηφορίζει τις σκάλες χοροπηδώντας. Έρχεται καταπάνω μου, με πιάνει αγκαζέ, με στρίβει και με τρέχει προς την αλάνα της Τούμπας. Βγάζει άναρθρες κραυγές: «Ααααα, ου ου ου ου ου».
– Τι έγινε ρε;
Βάζει τα κλάματα. Κλαίει στον ώμο μου. Προχωράμε.
– Πόσο τελείωσε;
Κλαίει με αναφυλλητά.
– Νικήσαμε ρε;
– Ναι.
Αυτό μόνο είπε για τα επόμενα πέντε λεπτά. Το τελικό σκορ το έμαθα αργότερα. Η Καλλιθέα είχε νικήσει 3-2. Στο 88’ προηγήθηκε 3-1, με τον Φάνη πάλι. Ο ΠΑΟΚ μείωσε με τη λήξη του αγώνα.

Θεματικές ενότητες: ,

Σχόλια [2] στο “Ο δικηγόρος”

  1. paradin γράφει:

    Από τις αμέτρητες ιστορίες του δικηγόρου αυτήν θυμήθηκα διαβάζοντας για τον προληπτικό Παοκτζη:
    Παιζαμε με τον Ακράτητο εκτός και η παρέα σας με εμένα τσόντα, αφου περάσαμε από τις απαραίτητες ψησταριές της Φυλής, μπήκαμε στο γήπεδο. Σε λίγο αρχίζει η βροχή. Όλοι ανοίξαμε τις ομπρέλες, εκτός από τον Γιώργο και τον δικηγόρο. ‘Εγιναν μούσκεμα. Σε κάποιο σημείο λεω του δικηγόρου, που στεκόταν δίπλα μου, να έλθει κάτω από την ομπρέλα μου. Αρνείται.
    Το ημίχρονο τελειώνει 0-2. Κατά την ανάπαυλα ο δικηγόρος βγάζει μία ομπρέλα, την ανοίγει μεγαλοπρεπώς και απαντάει στον Γιώργο που έξαλλος τον ρωτάει γιατί τον άφησε να γινει μούσκεμα: ‘Γιά γούρι’. Ο αγώνας τελείωσε 3-3, με τον Ακράτητο να ισοφαρίζει προς το τέλος με πέναλτι που μόνο ο διαιτητής είδε. Κάτι τέτοια σε κάνουν προληπτικό.

  2. bostonkallithea γράφει:

    Sorry for writing in english – – the computer only has english letters. Have lived in the US since 1970 (went to University and stayed) but lived in Kallithea in the 60s on Kremmou and Laskaridou. My mother lived in Laskaridou (Plateia Kyprou) since the late 60s to the day she died in 2007. Visited her almost every year since 1970 – – she did not want to leave her beloved Kallithea to the day she died. I went to Protypo (Ioneidios) Gymnasio Pireos and finshed gymnasio in Kallithea (must have done something) with some other Kallitheates from Ionideios. Took the prasino (green) bus everyday to Pirea (actually chased it from Agia Eleousa stathmo), summers will walk to Tzitzifies and listen from the outside, to Tsitsani, Papaionnou and all the other greats. Played in the Kallithea Philarmoniki during the 1960s for almost 10 years and participated in all parades, epitafios and concerts that they gave. Just discovered this site and words can not describe the JOY and MEMORIES that I brought to me. THANK YOU all and especially the organizers – – the pictures are also amazing!!!

Απαντήστε