Κοινωνία: Μνήμη Διονύση Σαββόπουλου

Χειμώνας ’72 προς ’73. Δεκαεννιάρης-εικοσάρης, πρέπει να πήγε πάνω από δέκα φορές στο «Κύτταρο» τής οδού Ηπείρου μαζί με τον φίλο του, όταν ερχόταν πρωτοετής από την Πάτρα στην Αθήνα για τούς αγώνες τού «Έσπερου» στην Α’ Εθνική. Τις καθημερινές, που δεν υπήρχε το αδιαχώρητο, έμπαιναν αφού είχε ξεκινήσει το πρόγραμμα. Έψηναν τον σερβιτόρο και τούς άφηνε και τούς δύο με ένα ποτό, με τη μισή δηλαδή χρέωση. Ύστερα, μετά τη μία τη νύχτα, ξεκινούσαν για την Καλλιθέα με τα πόδια. Χρήματα για ταξί δεν υπήρχαν. Στον δρόμο συζητούσαν τα καινούργια τραγούδια που είχαν ακούσει και προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τούς στίχους. Χούντα είχαμε. Προφανώς υπήρχαν συγκεκαλυμμένα μηνύματα. Τα παλαιότερα, «Μπάλλο», «Κιλελέρ» και λοιπά, τα είχαν αποκρυπτογραφήσει. Τα καινούργια όμως έμοιαζαν πιο σύνθετα. Για παράδειγμα, ο Σαββόπουλος στη «Μαύρη Θάλασσα» κάπου έλεγε

«Μαλλιαροί τοξότες τής Σκυθίας

με κοιτάζουν μέσ’ από εικόνες Παναγίας».

Τι εννοούσε; Για να βρει την απάντηση, διέτριψε επί των Σκυθών. Διάβασε κάπου, μάλλον στην εγκυκλοπαίδεια τού «Πυρσού» τής βιβλιοθήκης τού πατέρα του, ότι στην αρχαία Αθήνα κανένας πολίτης δεν δεχόταν ν’ αναλάβει αστυνομικά καθήκοντα, επειδή θεωρούσαν αυτή τη δουλειά πολύ ντροπιαστική. Την ανέθεταν λοιπόν σε Σκύθες τοξότες…

v

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 1973. Συναυλία τού Σαββόπουλου στο «Πάνθεον» τής οδού Γούναρη στην Πάτρα. Παρουσιάζει τον τελευταίο του δίσκο, το «Βρώμικο Ψωμί». Στη «Μαύρη Θάλασσα», στο μεγάλο δηλαδή τραγούδι που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος τής πίσω πλευράς τού δίσκου, ο Διονύσης μιλάει πολύ αλληγορικά:

Τί γυρεύω εγώ σ’ αυτούς τούς βάλτους;

Ακρίτες ξαγρυπνούν στα σύνορα τού κράτους.

Άου γόα κάνε το σταυρό σου

και σαν φαρμακερό κοντάρι απογειώσου.

Αργοναύτη μέσα στα σκοτάδια,

με όπλα ηλεκτρικά και ιπτάμενα καράβια,

άου βυ προς τ’ άστρα τής αβύσσου,

προς τούς ουρανούς φωταγωγήσου.

Δεν έχω ήχο, δεν έχω ήχο,

δεν έχω υλικό, δεν έχω ήχο.

Πολλοί όμως θεατές, μάλλον οι περισσότεροι, θέλουν ν’ ακούσουν πιο παλιά τραγούδια τού Σαββόπουλου με σαφή στιχάκια, όπως

Σύντροφέ μου αχ τι κακό,

μέρα μ᾿ ήλιο σαν κι αυτό

να την τρώει τ’ αφεντικό

ή

Στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι…

Τώρα, κρυμμένος στο ποτάμι,

Φο Μι Τσιν, ανασαίνεις με καλάμι.

Στο τέλος λοιπόν, ένας από τούς παλιούς φοιτητές του Πανεπιστήμιου τής Πάτρας, ο Κώστας Π., την «πέφτει» στον Διονύση:

– Τα ξέχασες τα παλιά! ουρλιάζει.

– Δεν ξέχασα τίποτα! φωνάζει εκείνος.

Ύστερα από τέσσερις ημέρες θα ξεκινούσε η κατάληψη τού Πολυτεχνείου στην Αθήνα και τού Παραρτήματος τής οδού Κορίνθου στην Πάτρα. Ο Κώστας Π. θα συμμετείχε στην κατάληψη τής Πάτρας. Ο Διονύσης, όπως είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην κρατική τηλεόραση το 2006, θα παρακολουθούσε τα γεγονότα τού Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο τού 1973 από την ταράτσα τής πολυκατοικίας τής πεθεράς του στην πλατεία Βικτωρίας.

v

Μια τέτοια στάση βρίσκεται μάλλον σε αντίθεση με την υπονοούμενη συμπεριφορά τού καλλιτέχνη, όπως τουλάχιστον την ερμηνεύει κανείς ακούγοντας ορισμένα τραγούδια που κυκλοφόρησαν μέσα στη δικτατορία ή στις αρχές τής μεταπολίτευσης («Θεία Μάρω», «Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή», «Χατζιδάκια μ’, Θοδωράκια μ’ …» κλπ.). Σημαίνει όμως κάτι αυτό; Κι αν ο Σαββόπουλος, ύστερα από τη σύλληψη και φυλάκισή του το καλοκαίρι τού ‘67, κρατούσε κάποια «πισινή» τον Νοέμβριο τού ‘73, έχοντας πια γυναίκα και δυο μικρά παιδιά; Μήπως την ίδια εποχή δεν έγραφε και ερμήνευε τα γνωστά τραγούδια μπροστά σε ακροατήριο και σε δίσκους;

v

Δεκέμβριος 1977. Σήμερα γίνεται συνέλευση στην οργάνωση Καλλιθέας τού ΚΚΕ Εσωτερικού, στην οποία ανήκει κι αυτός εδώ κι ένα περίπου μήνα, ύστερα από την αποφοίτησή του από την Πάτρα και τον «Ρήγα Φεραίο». Θ’ αναλυθεί η απόφαση τής Κεντρικής Επιτροπής για το αποτέλεσμα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών. Θ’ ακολουθήσει συζήτηση και ψηφοφορία. Ο γραμματέας τής τοπικής οργάνωσης διαβάζει τη δακτυλογραφημένη απόφαση. Ως συνήθως, είναι μακροσκελής. Ως συνήθως, προσπαθεί να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα.

Παρακολουθεί ανόρεχτα την ανάγνωση τής απόφασης. Το βλέμμα του σταματάει στον εκπρόσωπο τής καθοδήγησης που κάθεται απέναντί του, στο προεδρείο, δίπλα στον ομιλητή. Προσπαθεί να εκτιμήσει την ηλικία του. Πρέπει να είναι ανάμεσα στα πενηνταπέντε και τα εξήντα. Λίγο μικρότερος δηλαδή από τον δικό του πατέρα, που πέθανε ξαφνικά τον Μάϊο αυτής τής χρονιάς στα εξηνταένα.

Γνωρίζει την ιστορία τού καθοδηγητή. Εκείνοι που δεν τον συμπαθούν, τον χαρακτηρίζουν «μεγάλη χατζάρα» και τονίζουν το γεγονός ότι το 1956 υπήρξε γραμματέας τής κομματικής οργάνωσης Τασκένδης τού ΚΚΕ, την εποχή των εσωκομματικών συγκρούσεων. Ο ίδιος όμως ξέρει ότι ο καθοδηγητής, ως φοιτητής, πριν από τριάντα-τριανταπέντε χρόνια, στην Κατοχή, ήταν επίσης γραμματέας τής ΕΠΟΝ Πολυτεχνείου και στη συνέχεια γραμματέας τής ΕΠΟΝ Σπουδάζουσας Αθήνας. Συμμετείχε στην εθνική αντίσταση. Στη συνέχεια πέρασε στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και πήρε μέρος στον εμφύλιο. Με την ήττα τού Δημοκρατικού Στρατού διέφυγε στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Το 1954 επέστρεψε ως γραμματέας Αθήνας τού παράνομου τότε ΚΚΕ. Λίγους μήνες αργότερα συνελήφθη. Το 1955 ήταν από τούς εμπνευστές και οργανωτές τής απόδρασης από τις φυλακές των Βούρλων.

Τίποτε άλλο να μην είχε κάνει στη ζωή του ο καθοδηγητής, αυτό το τελευταίο, η σύλληψη τής ιδέας και η οργάνωση και εκτέλεση τής απόδρασης των εικοσιεπτά πολιτικών κρατούμενων από τις φυλακές «υψίστης ασφαλείας» των Βούρλων στη Δραπετσώνα στις 17 Ιουλίου 1955, ήταν αρκετό για να τον έχει ψηλά στην εκτίμησή του. Η απόδραση εκείνη ήταν κινηματογραφική. Οι κρατούμενοι, δουλεύοντας τέσσερις μήνες, έσκαψαν λαγούμι μήκους δεκαέξι μέτρων, που ξεκινούσε από τον θάλαμό τους και κατέληγε, περνώντας κάτω από τον δρόμο, στο απέναντι εργοστάσιο. Έμοιαζε πολύ με τη «Μεγάλη Απόδραση», την κινηματογραφική ταινία τού 1963 με τούς Στιβ Μακ Κουΐν, Τζέιμς Γκάρνερ, Ρίτσαρντ Ατένμπορο, Τσαρλς Μπρόνσον, Τζέιμς Κόμπερν και άλλους. Στη διάρκεια δεκαπέντε περίπου ετών, είχε δει εκείνη την ταινία δέκα πάνω-κάτω φορές.

v

Ήταν αρχές Δεκεμβρίου 1977. Παρακολουθούσε την απόφαση που διαβαζόταν, με τα μάτια του καρφωμένα στον καθοδηγητή, τού οποίου το πρόσωπο ήταν σκληρό, ανέκφραστο. Πώς να μην ήταν; Μια ζωή αγώνες, μια ζωή ήττες. Οι χειρότεροι αγώνες ήσαν οι αδελφοκτόνοι και ο καθοδηγητής είχε δώσει πολλούς τέτοιους. Χτες το βράδυ άκουγε στο σπίτι από κασέτα τούς «Αχαρνής» τού Σαββόπουλου. Ο δίσκος είχε κυκλοφορήσει πριν από δυο μήνες, τον Σεπτέμβριο. Σκεφτόταν ότι μόλις τελείωνε η ανάγνωση τής εισήγησης, θα ζητούσε τον λόγο για να τοποθετηθεί. Όταν τού τον έδιναν, θ’ ασκούσε κριτική στην προφανέστατα λανθασμένη επιλογή τής ηγεσίας, που είχε οδηγήσει στο πενιχρότατο αυτό εκλογικό αποτέλεσμα.

Η ανάγνωση τής απόφασης ολοκληρώθηκε. «Τοποθετήσεις», φωνάζει ο προεδρεύων τής κομματικής συνέλευσης. Κάποια χέρια σηκώνονται, μαζί και το δικό του. Ο προεδρεύων δίνει σε κάποιον τον λόγο. Οι υπόλοιποι κατεβάζουν τα χέρια τους. Θέλει να φωνάξει «άχρηστοι τής ηγεσίας, μάς πήρατε πάλι στον λαιμό σας!» Ντρέπεται όμως τον καθοδηγητή και την ιστορία του. Στο μυαλό του στριφογυρίζει ακόμη το χτεσινό εξάστιχο τού Διονύση από τον δίσκο «Αχαρνής», με τη φωνή τού άγνωστου τότε Μανώλη Ρασούλη:

«Ποιος μάς γηροκομεί, τη σήμερον ημέρα

ψηστιέρα καρβουνιέρα, μούσα Δεκεμβριανή;

Πολέμησα καιρό σε όλα τα πεδία

και με τυφλή μανία ξέσκιζα τον εχθρό.

Τώρα με χειρουργεί η αλλήθωρη νεολαία,

μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική».

Σηκώθηκε και βγήκε από την αίθουσα. Δεν ξαναπάτησε σε κομματικές οργανώσεις. Ούτε πήγε ποτέ σε κηδείες διασημοτήτων. Ας τούς είχε ο Θεός καλά, πάντα ν’ ανταμώνανε και να ξεφαντώνανε. Με χορούς κυκλωτικούς κι άλλο τόσο ελεύθερους, σαν ποταμούς…

v

v

v

v

error: Content is protected !!
Scroll to Top